Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013



Δυο κόσμοι, ξάγρυπνοι κι ένας που κοιμάται

 
Αρθρογράφος: 
Νίνα Γεωργιάδου

Δυο κόσμοι, ξάγρυπνοι
κι ένας που κοιμάται
Η νύχτα που πέρασε ήταν η νύχτα της μεγάλης αγρύπνιας και της συνηθισμένης ύπνωσης.
Ο ένας κόσμος, αυτός που έχει το ρόλο του εκτελεστή.
Αποτελείται από ασπόνδυλα που έχουν τον τίτλο του πολιτικού, σε μια εποχή που οι πολιτικοί έχουν, ως είδος, εκλείψει κι έχουν αντικατασταθεί από φερέφωνα, καλοπληρωμένους υπαλλήλους, τροϊκανά τσουτσέκια και μια πλειάδα ανερμάτιστων, ετερόφωτων δορυφόρων.
Δεν τους ενδιαφέρει ούτε η πολιτική τους συνέχεια, ούτε η ιστορική τους υστεροφημία.  
Εν γνώσει τους είναι αναλώσιμοι. «Πολιτικοί» της μιας χρήσης. Με το αζημίωτο.
Έχουν εκλείψει ακόμα και οι συντηρητικοί ευπατρίδες, σε μια απάτριδη λησταρχία του ανθρώπινου μόχθου.
Ξαναβρισκόμαστε στην πριν τη συνθήκη της Βεστφαλίας εποχή. Απόλυτη κυριαρχία των Αψβούργων. Καλβινιστές και Λουθηρανιστές στην πυρά.
Την πολιτική στον πλανήτη, την ασκούν πια δέκα κωλόπαιδα του τραπεζικού αφρού, που ακούνε στο όνομα, golden boys.
Από δω οι  Standards κι από κει οι Poors,  όπως λέει και τ’ όνομά τους.

Δεν την ασκεί ούτε καν ο κυνικός, πλην υπερχρεωμένος, πλανητάρχης, που του έδωσαν απλώς μια υπεροπλία, σαν τη σφυρίχτρα, για να παριστάνει το διαιτητή στα γήπεδά τους.
Δεν την ασκούν ούτε οι Τόρρις και οι Λόρδοι, που περιορίστηκαν σε εκτελεστικά  καθήκοντα, σε ακριβοπληρωμένες διακοπές και στην εξασφαλισμένη  χλιδή των πύργων τους.
Δεν την ασκούν πολύ περισσότερο οι γιοί, ανιψιοί και εγγονοί των εκλιπόντων «εθναρχών», που έχουν αναλάβει την τεχνοκρατική υλοποίηση και την εκτελεστική σαβούρα.
Έμειναν ξάγρυπνοι, ακριβώς γιατί, στα τεχνοκρατικά τους καθήκοντα, δεν μπορούν να προβλέψουν τον παράγοντα άνθρωπο.
Μπορεί να έχουν στην κωλότσεπη ένα εύπλαστο νομικό οπλοστάσιο και μια φονική κατασταλτική μηχανή, δεν έχουν όμως δεδομένη την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης υπόστασης.
Πίστεψαν ότι ο μπαμπούλας της επιστράτευσης με όλους τους συνεπικουρούντες, νομικούς υπέρμαχους, ψευδοσυνταγματολόγους,  προβοκάτορες μεγαλοσυνδικαλισταράδες, τηλεοπτικούς ψάλτες και λοιπούς, αρκούσε για να παγώσει την αυθαδιάζουσα οργή.
Δεν άρκεσε κι αυτό τους χάλασε τον ύπνο. Βρε, λες;
Ο άλλος κόσμος, ο άγρυπνος, αυτός που έχει ακόμα τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης υπόστασης. Τη σκέψη, το βασανιστικό συναίσθημα, το φιλότιμο, το γέλιο, το κλάμα, τη μικροψυχία, τη γενναιοδωρία, τον παρορμητισμό, την οργή, το φόβο.
Που ζει καθημερινά τη σφαγή του Μαγδεμβούργου.
Που στο σχολείο τα βλέπει όλα.
Τα άκεφα παιδιά των άνεργων, αυτά που περιμένουν την ελεημοσύνη του κυλικείου, τις πλαστές προσδοκίες για ένα πτυχίο-κουρέλι, τα άδεια θρανία των παιδιών που μετανάστευσαν, τα άδεια θρανία των παιδιών που χαπακώθηκαν, την έκκληση για ένα μεροκάματο από τα παιδιά του νυχτερινού, τα παραπλανημένα νεοφασιστάκια, τον αποδιοργανωμένο γλωσσικό κώδικα, τον αλαζόνα, κουφιοκέφαλο σύμβουλο, τα άνοστα projects, τον υποτελή διευθυντή, τον έρποντα συνάδελφο, το βαθμοθήρα γονιό, τον πρόωρα γερασμένο έφηβο, τον εξουθενωμένο υποψήφιο, την ακριβοπληρωμένη εξεταστική προπόνηση, τη δωρεάν απαιδευσιά, το μισθό που δε φτάνει, το χαράτσι που εκκρεμεί, τον άνεργο γιό του, το πακέτο των πτυχίων, μεταπτυχιακών και ων ουκ έστιν αριθμός πιστοποιήσεων, τον επίορκο που συμμετείχε στο συλλαλητήριο στις Σκουριές, το ενυπόθηκο δάνειο για ένα κωλόσπιτο, την επιβεβλημένη φίμωση και την εθελοντική λογοκρισία, την έμμισθη επιτίμηση των μιντιακών ιεροψαλτών.
H οργή, η πίκρα  και η συνείδηση, συσσωρευμένες σε μια ψήφο. Απεργία.
Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό.
Και μετά η ξάγρυπνη νύχτα.
Ο τρίτος κόσμος, αυτός που κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, που λέει ο λόγος, και του άδικου.
Σ’ αυτό τον κόσμο της χαύνωσης κάποιοι που προσποιούνται τους ξύπνιους, ενώ κοιμούνται όρθιοι. Αυτοί που τάχα επαγρυπνούν στις επάλξεις του λαϊκού κινήματος, από θέσεως ηγεσίας, ζυγίζοντας τις υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες και βρίσκουν πως η παλάντζα γέρνει στις αντικειμενικές αλλά έχει, δεκαετίες τώρα,  ανώριμες τις υποκειμενικές, εκτός από τους ίδιους.  
Που εμπαίζουν, λοιδορούν και προβοκάρουν ό,τι δεν ελέγχουν.
Που υποτιμούν, μαντρώνουν, απομονώνουν και εξωπετούν τα ίδια τους τα μέλη, τσουβαλιάζοντάς τα στον ανώριμο υποκειμενικό παράγοντα, δίχως να βλέπουν πως οι ίδιοι παραωρίμασαν τόσο, που κοντεύουν να σαπίσουν, ισορροπώντας ανάμεσα στον άγονο, φρόνιμο ρεαλισμό και  τη μικροκομματική τους τύφλα.
Να και ο κύριος όγκος, η κρίσιμη μάζα αυτού του κόσμου που κοιμάται.
Ο μέσος πολίτης για τον οποίο φτιάχτηκαν οι θεωρίες των άκρων.
Η εύπλαστη ύλη, που λέγαμε, που συντηρεί την αθλιότητα και που η αθλιότητα, με τη σειρά της φροντίζει να την αναπαράγει.
Η χωμένη, βαθιά, στη μαλακωσιά του καναπέ και στη βολικότητα της αυταπάτης. Μέχρι πότε; Μέχρι να φθαρεί ο καναπές και να τον εκτινάξουν τα ελατήρια, σαν το κουτί με τον εκτινασσόμενο κλόουν.
Μέχρι να στραγγίξει και η τελευταία σταγόνα της αυταπάτης και να μείνει χωρίς υποκατάστατα.
Μια εύπλαστη ύλη, σαν τη χλαπάτσα που πετάνε  τα παιδάκια στο ταβάνι κι αυτή επιμένει να πέφτει, πλαφ,  με μια θλιβερή βαρύτητα, στο πάτωμα.
Η μονάδα των δημοσκοπήσεων, που δεν ξέρει και δεν απαντά. Και όταν ξέρει και απαντά, φροντίζει να είναι πάντα στο φρόνιμο κομμάτι της δημοσκοπικής πίττας.
Που ανεβάζει στο facebook καψούρικα τραγουδάκια και λάγνες πόζες με γυαλί ηλίου.
Που αγανακτεί μ’ αυτούς που πρέπει να συντάσσεται και συντάσσεται μ’ αυτούς που την εμπαίζουν.
-       Καλά τους κάνουνε. Άκου απεργία στις εξετάσεις. Βρε, δεν ‘πα να κόψουν το λαιμό τους. Τα παιδάκια μόνο σκέφτομαι.
Είναι κι αυτή μια από τις αυταπάτες της . Η εύπλαστη ύλη προσποιείται ότι σκέφτεται.
Η θεόστραβη εύπλαστη ύλη, που όταν της δείχνουν τον ουρανό, βλέπει το δάχτυλο.
Η θεόκουφη  εύπλαστη ύλη, που ακούει «αξιολόγηση» και αυτοπροσδιορίζεται στους «άξιους». Που ακούει «αξιοποιήση» και δεν υποψιάζεται καν ότι την πουλάνε στο μέγα πλιάτσικο.
Αυτός ο κόσμος κοιμήθηκε τη νύχτα που μας πέρασε ή μάλλον συνέχισε να κοιμάται.
Πότε θα  ξημερώσει;
Νίνα Γεωργιάδου



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.