Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και η κατηγοριοποίηση των σχολείων


Αποδομώντας το σχέδιο νόμου του Υ.ΠΑΙ.Θ.Π.Α. για την «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.)».

Του Γιώργου Κ. Καββαδία*
Με το σχέδιο νόμου «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.)» που κατατέθηκε στη Βουλή την Πέμπτη 7 Μαρτίου από το Υ.ΠΑΙ.Θ.Π.Α. και ψηφίστηκε επί της αρχής την Τετάρτη 27 Μαρτίου συγκροτείται «ανεξάρτητη» Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.). Στόχος να  εφαρμόσει την εξωτερική αξιολόγηση (αξιολόγηση σχολικών μονάδων – αυτοαξιολόγηση) που συνδέεται με την εσωτερική αξιολόγηση, δηλαδή το Π.Δ. για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και των στελεχών της εκπαίδευσης, σύμφωνα πάντα με τα πρότυπα του ΟΟΣΑ, όπως παρουσιάζονται στην πρόσφατη έκθεση που στοίχισε στο ελληνικό δημόσιο 127.000 ευρώ σε συνθήκες σκληρής λιτότητας και ακραίας φτώχειας.

Η εξάρτηση της χώρας από τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς αντανακλάται εντονότατα  και στην εκπαίδευση. Εμμέσως πλην σαφώς αποτυπώνεται και στην αιτιολογική έκθεση που ανάμεσα στα συνήθη φληναφήματα περί αξιολόγησης και ποιότητας επισημαίνεται: «Κοινές δεσμεύσεις με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η επιτακτική εσωτερική ανάγκη η χώρα μας να αποκτήσει σύστημα αποτίμησης της ποιότητας στην εκπαίδευση, επιβάλλουν την καθιέρωση ενός συστήματος της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου για τη διασφάλιση της ποιότητας».
Ποιοι αξιολογούν;
Οι γραφειοκράτες και τεχνοκράτες των κυβερνώντων κομμάτων με δούρειο ίππο την δήθεν ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.). Ανώτατο διοικητικό όργανο της αρχής είναι ένα 7μελές Συμβούλιο με πρόεδρο που ορίζεται από την αρμόδια επιτροπή κατά τον κανονισμό της Βουλής. Το Συμβούλιο της Αρχής συγκροτείται από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ύστερα από πρόταση του προέδρου της Αρχής. Απαρτίζεται από τον πρόεδρο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.), δύο εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δύο εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, έναν καθηγητή πανεπιστημίου.
Στην ουσία πρόκειται για κεντρικό κρατικό μηχανισμό υλοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής, ένας «πανοπτικός» μηχανισμός, ένας “bigbrother” που ελέγχει τους πάντες και τα πάντα. Έτσι, σύμφωνα με το σχέδιο νόμου: «Παρακολουθεί, μελετά και αξιολογεί την εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπως αυτή σχεδιάζεται με την υποστήριξη του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.). Εκτός των τόσων …άλλων: «Εποπτεύει τις διαδικασίες αξιολόγησης των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στις οποίες μπορεί να συμμετέχει με όργανα ή εκπροσώπους της κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις, με σκοπό τη διασφάλιση της εγκυρότητας, της αξιοπιστίας και της αντικειμενικότητας της αξιολόγησης».
Παράλληλα συγκροτείται διεύθυνση διοικητικής και επιστημονικής υποστήριξης, η οποία διαρθρώνεται σε: τμήμα επιστημονικής υποστήριξης και τμήμα οικονομικής και διοικητικής υποστήριξης. «Για τη διοικητική και επιστημονική υποστήριξη της Αρχής συνιστώνται είκοσι πέντε (25) θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού και δέκα (10) θέσεις διοικητικού προσωπικού».
Τέλος, Επιτροπές Αξιολόγησης του Εκπαιδευτικού Έργου (Ε.Α.Ε.Ε.) συγκροτούνται από την Αρχή ανά διεύθυνση εκπαίδευσης. Πρόκειται για τουλάχιστον 58 πενταμελείς αμειβόμενες επιτροπές. Εκτός των άλλων οι επιτροπές αυτές μπορεί να αποτελούν και όργανα δευτεροβάθμιας αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. 
Τα χειρότερα δε λείπουν, αφού η ξενοδουλεία και η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης εκφράζονται με τον πιο οδυνηρό τρόπο: η «Αρχή» θα αξιολογείται από «έγκυρους και διεθνώς αναγνωρισμένους αξιολογητές, οργανισμούς ή φορείς αξιολόγησης που αναπτύσσουν συναφή δραστηριότητα στο εξωτερικό και, ιδίως, στον ευρωπαϊκό χώρο», στο όνομα της «διαφάνειας» και του «κοινωνικού ελέγχου». Η αλήθεια είναι ότι αυτό αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία. Η διαβόητη βρετανική Ofsted ή κάποια άλλη παρόμοια υπηρεσία  (η Βρετανία αναφέρεται στην τροπολογία ως παράδειγμα «ανατροφοδοτικής αξιολογικής διαδικασίας»!) μπορεί να χτυπήσει την πόρτα και του δικού μας σχολείου.
Με το Π.Δ. για την «Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» και το σχέδιο νόμου «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.) θεσμοθετείται ένα πανοπτικό, αυστηρά ιεραρχικό και συγκεντρωτικό οργουελιανό μοντέλο τύπου “bigbrother”, όπου «όλοι και όλα αξιολογούνται» και στο τέλος πληρώνουν τον ...λογαριασμό οι εκπαιδευτικοί. Επιβεβαιώνεται  ότι πίσω  από χίλιες δυο «αθώες» έννοιες κρύβεται ένα ασφυκτικό σύστημα αξιολόγησης που αποτελεί κεντρικό μηχανισμό ανατροπής εργασιακών σχέσεων, ιδεολογικής χειραγώγησης και κατηγοριοποίησης σχολείων εκπαιδευτικών και μαθητών. Σε ένα ιεραρχικό – ταξικό εκπαιδευτικό σύστημα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν υπάρχει «κακή» ή «καλή» αξιολόγηση, αξιολόγηση που «βοηθάει» και αξιολόγηση που «δε βοηθάει». Αυτή δεν μπορεί παρά να είναι ιεραρχική – συμμορφωτική και εν τέλει τιμωρητική.
Τι αξιολογούν;
Τους πάντες και τα πάντα. «Το σύστημα αξιολόγησης πρέπει (ενδεικτικά) να αναφέρεται:
α) Στο έργο των Δομών (Κεντρικό επίπεδο, Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, Σχολικές Μονάδες Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης).
β) Στις διαδικασίες που αναπτύσσονται/εφαρμόζονται σε όλα τα παραπάνω επίπεδα.
γ) Στους διαθέσιμους ανθρώπινους και υλικούς πόρους και
δ) Στο έργο των στελεχών της εκπαίδευσης και των λοιπών εκπαιδευτικών.
Πώς, με ποια κριτήρια;
Με απολύτως υποκειμενικά και, κυρίως, με κριτήρια που δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν και να είναι μετρήσιμα, όπως τα περιβόητα «καινοτόμα στοιχεία». Είναι το αποτέλεσμα μιας τεχνοκρατικής και ακραίας οικονομίστικης αντίληψης για την εκπαίδευση. Η υποταγή του σχολείου στους νόμους της «ελεύθερης αγοράς» διαμορφώνει βαθμιαία ένα νέο τύπο σχολείου: το σχολείο της αγοράς, στο οποίο εφαρμόζονται μοντέλα αξιολόγησης και ελέγχου με «πιστοποιητικά ποιότητας» (ISO 9000), σύμφωνα με τα πρότυπα της βιομηχανίας και του εμπορίου.
Στο στόχαστρο ο εκπαιδευτικός, «ο μεγάλος ένοχος» για την κρίση της εκπαίδευσης, για όλους τους κοινωνικούς, πολιτικούς και εκπαιδευτικούς παράγοντες που οδηγούν στην απαξίωση της εκπαίδευσης και του εκπαιδευτικού έργου με αποτέλεσμα την σχολική αποτυχία, την πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου και την απομόρφωση. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και «η αξιολόγηση του διδακτικού έργου» θα γίνεται από τους μαθητές και τους «ασκούντες τη γονική τους μέριμνα».
Με άλλα λόγια: αυστηρός έλεγχος της υλοποίησης της εκπαιδευτικής πολιτικής και αξιολόγηση της αξιολόγησης!. Και φυσικά γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στο Π.Δ. το οποίο εκδόθηκε «στο πλαίσιο εφαρμογής του ενιαίου βαθμολόγιου – μισθολόγιου», έτσι για να μην έχουμε καμία αμφιβολία ότι πίσω από τους βερμπαλισμούς για «ποιότητα της εκπαίδευσης» κρύβεται η πραγματική λειτουργία της αξιολόγησης ως μηχανισμού ανατροπής εργασιακών σχέσεων, απολύσεων και κατηγοριοποίησης σχολείων, εκπαιδευτικών και μαθητών.
Οι αποφάσεις της Αρχής κοινοποιούνται στον υπουργό Παιδείας, ενώ κάθε χρόνο θα συντάσσεται «έκθεση ποιότητας»  της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Η κάθε επιτροπή θα αξιολογεί το έργο των σχολικών μονάδων. Θα είναι το «μάτι και το αυτί» της Αρχής, θα επισκέπτεται σχολικές μονάδες για να ελέγχει αν γίνονται σωστά οι αξιολογικές διαδικασίες και συντάσσει εκθέσεις αξιολόγησης για τις σχολικές μονάδες της αρμοδιότητάς της. Η απόφαση της Αρχής για την αξιολόγησης της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου ανά περιφερειακή διεύθυνση μπορεί να είναι «θετική, θετική υπό όρους,ή αρνητική». Η διάρκεια που ισχύει η απόφαση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα οχτώ χρόνια, όμως αν υπάρχει απόφαση θετικής αξιολόγησης τότε αυταπάγγελτα ή μετά από σχετικό ερώτημα του υπουργείου Παιδείας μπορεί να γίνει επανεξέταση της έκθεσης! Με άλλα λόγια, η «θετική» αξιολόγηση είναι πάντα υπό αμφισβήτηση!
Το πιο σοβαρό όμως είναι τα κριτήρια αξιολόγησης όπως καθορίζονται:
1.           Τα μαθησιακά αποτελέσματα ( δηλαδή οι επιδόσεις των μαθητών, που όχι τυχαία μπαίνουν ως πρώτο κριτήριο)
2.           Η ποιότητα και αποτελεσματικότητα του διδακτικού και γενικότερα του εκπαιδευτικού έργου όπως τεκμηριώνεται ιδίως από την αξιολόγηση από τους μαθητές και τα πρόσωπα που ασκούν τη γονική τους μέριμνα.
3.           Η καταλληλότητα των προσόντων του διδακτικού προσωπικού ( σημασία έχει η λέξη «προσόντων». Εκτός από το  πτυχίο και δυστυχώς πια από τον ΑΣΕΠ ποια άλλα προσόντα θεωρούνται κατάλληλα; )
4.           Η ποιότητα των υποστηρικτών υπηρεσιών  όπως σχολικά εργαστήρια και βιβλιοθήκες ( με την ευγενική χορηγία ποιών άραγε;).
5.           Η ανταπόκριση των σχολικών μονάδων στο στρατηγικό στόχο για τη μείωση τα μαθητικής διαρροής καθώς και στην αντιμετώπιση φαινομένων ρατσισμού, εκφοβισμού και βίας.
Στο στόχαστρο οι εκπαιδευτικοί, οι μεγάλοι ένοχοι για προβλήματα που προκαλεί η κυβερνητική πολιτική. Οι σχολικές μονάδες θα είναι σε καθεστώς «διαρκούς αξιολόγησης». Θα τίθενται στόχοι, θα υλοποιούνται, θα αξιολογείται η πληρότητα της επίτευξής τους και θα επανακαθορίζονται.  Οι σχολικές μονάδες θα ποσοτικοποιούν στόχους όπως η μείωση της μαθητικής διαρροής, η βελτίωση του ποσοστού των μαθητών που λαμβάνουν το ελάχιστο αναγκαίο μαθησιακό αποτέλεσμα κάθε μαθήματος ή σχολικής δράσης, η αντιμετώπιση φαινομένων σχολικής βίας, η αύξηση του αριθμού των αρίστων και η καλλιέργεια το ήθους. «Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται διαρκής εγρήγορση των εκπαιδευτικών και αυτό θα αυξήσει ραγδαία την αποδοτικότητά τους»!
Παχυλή χρηματοδότηση της αξιολόγησης σε συνθήκες φτώχειας
Ενδιαφέρον έχει και ο οικονομικός προϋπολογισμός για τη σύσταση και τη στελέχωση των Επιτροπών που ανέρχεται ετησίως τουλάχιστον 1,2 εκατομμύρια ευρώ, με ετήσια αμοιβή για τον πρόεδρο της Αρχής 62.400 ευρώ! Την ώρα που η απόλυτη φτώχεια βαραίνει σαν δαμόκλειος σπάθη για τη δημόσια εκπαίδευση και τους εργαζόμενους. Την ώρα που οι δαπάνες στα σχολεία έχουν μειωθεί κατά 33% (2009 – 2013) και κατά 47% μέχρι το 2016, όπου το σύνολο των δαπανών  για τη δημόσια εκπαίδευση θα συρρικνωθεί στο 2,15% του ΑΕΠ.
Αξιολόγηση σημαίνει χειραγώγηση – κατηγοριοποίηση – ιδιωτικοποίηση
Η αξιολόγηση ως αυταρχική διαδικασία,  αλλάζει δραματικά το κλίμα στη σχολική τάξη και το σχολείο εντείνει τον ανταγωνισμό, εθίζει στη δουλοπρέπεια με αποτέλεσμα η ελεύθερη σκέψη και η όποια παιδαγωγική αυτονομία να αντικαθίστανται από την πλήρη υποταγή και τον ασφυκτικό έλεγχο. Επιπλέον προκαλεί ανταγωνισμούς και συγκρούσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών, κατατάσσοντάς τους σε κατηγορίες. Θέτει τα θεμέλια μιας ιστορικής διάσπασης του εκπαιδευτικού σώματος με την κατηγοριοποίηση σε «στελέχη – αξιολογητές» και «εκπαιδευτικούς – αξιολογούμενους». Ταυτόχρονα, η διαπλοκή του κομματικού – κυβερνητικού μηχανισμού με την αξιολογική ιεραρχία, απειλεί να εγκαθιδρύσει μια ιδιόμορφη «δικτατορία των αξιολογητών»!
Προβάλλει τον εκπαιδευτικό έργο ως προσωπική υπόθεση των εκπαιδευτικών. Επιδιώκει έτσι να τους ενοχοποιήσει στα μάτια των μαθητών τους και της κοινής γνώμης για την κρίση της εκπαίδευσης. Στο νέο πλαίσιο, οι εκπαιδευτικοί «χρεώνονται» την επιτυχία ή αποτυχία των μαθητών τους και η διοίκηση του σχολείου «χρεώνεται» με τη σειρά της την επιτυχία και την αποτυχία όλων.
Πέρα από τους μύθους της εξουσίας, η αλήθεια είναι ότι η επιστημονική συγκρότηση, η παιδαγωγική κατάρτιση και η διδακτική ικανότητα δεν είναι ποσοτικά μεγέθη που μπορούν να μετρηθούν. Γι' αυτό και δεν υπάρχουν μέθοδοι ή κριτήρια «αντικειμενικά» και «αξιοκρατικά». H εκπαιδευτική διαδικασία και ο εκπαιδευτικός δεν μπορούν να διασπαστούν σε επιμέρους αξιολογούμενα στοιχεία και να μετρηθούν μέσα από 2 - 3 επισκέψεις του Σχολικού Συμβούλου στην τάξη ή από τη συμμετοχή σε σεμινάρια κ.λπ. H εκπαιδευτική διαδικασία έχει χαρακτήρα δυναμικό και όχι στατικό, επηρεάζεται από πλείστους όσους κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς παράγοντες και άρα δεν μπορεί να διασπαστεί και να μετρηθεί.
Μαζί με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών σχεδιάζεται και η λεγόμενη αξιολόγηση ή αυτοαξιολόγηση των σχολείων που θα οδηγήσουν στην κατηγοριοποίηση  και την υποβάθμισή τους και τελικά στο κλείσιμο αρκετών από αυτά. Το σχέδιο της αξιολόγησης συνδέεται άμεσα με το νέο σχολείο της αγοράς, του ανταγωνισμού, της φτηνής κατάρτισης, της αποσπασματικής και επιφανειακής γνώσης που θέλουν να δημιουργήσουν. Η λεγόμενη αυτοαξιολόγηση των σχολείων συνδέεται με την εξωτερική αξιολόγησή τους και την ατομική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού. Όπως αναφέρεται στην έκθεση ΟΟΣΑ (σελ. 67), «η αυτοαξιολόγηση πρέπει να οργανωθεί, με τρόπο ώστε να είναι συγκρίσιμη μεταξύ σχολικών μονάδων και ώστε να μπορεί να επικυρώνεται και να συμπληρώνεται από εξωτερική αξιολόγηση».
Η «αξιολόγηση» της σχολικής μονάδας, η οποία στην πιο ακραία έκφραση της θα συνδέεται με τις εξεταστικές επιδόσεις των μαθητών εκτός του ισοπεδωτικού της χαρακτήρα, θα χωρίζει τα σχολεία σε κατηγορίες, θα οξύνει τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, δηλητηριάζοντας εκπαιδευτικές και κοινωνικές σχέσεις, διαφοροποιώντας τους τρόπους χρηματοδότησης, βάζοντας τους χορηγούς από το παράθυρο και τους γονείς να στηρίζουν οικονομικά τη λειτουργία, οδηγώντας πολλά σχολεία στο μαρασμό και τελικά στο κλείσιμο. Η έκθεση του ΟΟΣΑ προτείνει (σελ. 63 παρ. 113) “να σχεδιαστεί στην Ελλάδα ένα εθνικό σύστημα αξιολόγησης μαθητή, κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί σε πολλά επίπεδα: σε επίπεδο μαθητή, τάξης, σχολικής μονάδας, περιφέρειας και συστήματος. …. Μέρος της στρατηγικής αυτής μπορεί να περιλαμβάνει ανάπτυξη ευρείας κλίμακας τυποποιημένων τεστ….”
Όπως προβλέπεται στο άρθρ. 9 της τροπολογίας του Υπουργείου Παιδείας για την «Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας στην Εκπαίδευση»  (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.),  αλλά και η έκθεση του ΟΟΣΑ (σελ. 66 – παρ. 126/127), οι επιδόσεις των μαθητών θα συνυπολογίζονται για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, αλλά και την παραμονή τους στο σχολείο! «Οι αξιολογήσεις να έχουν ουσιώδεις συνέπειες για τους αξιολογούμενους, καθώς είναι ο μόνος τρόπος να διασφαλιστεί ότι αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα», αναφέρει ο ΟΟΣΑ. Και συνεχίζει: «Η αξιολόγηση της επίδοσης των εκπαιδευτικών μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να καθοριστεί η εξέλιξη της σταδιοδρομίας, να ανταμειφθεί η καλή επίδοση ή να επιβληθούν κυρώσεις για εκπαιδευτικούς με χαμηλές επιδόσεις. Κατ' αυτόν τον τρόπο, βοηθά επίσης τα σχολεία να κρατούν τους ικανούς εκπαιδευτικούς και καθιστά τη διδασκαλία ελκυστική επιλογή σταδιοδρομίας».
Η διεθνής εμπειρία: αξιολόγηση και σχολείο της αγοράς
Τα νέα διαχειριστικά καθεστώτα ρύθμισης των εκπαιδευτικών συστημάτων οδηγούν  α) σε έναν «αποκεντρωμένο – συγκεντρωτισμό», με τους δήμους και τις τοπικές επιχειρήσεις ως χορηγούς και τη βαθμίαια μείωση των κρατικών δαπανών,  β) στην κοινωνική διαφοροποίηση και ιεράρχηση των σχολείων και των μαθητών τους,  γ) στην επανεπικύρωση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων ως το φυσικό αποτέλεσμα των «υπερ-ταξικών» εκπαιδευτικών επιπέδων και των διαφοροποιημένων ατομικών μορφωτικών επιλογών, και δ) στη δημιουργία έντονα ανταγωνιστικών σχέσεων και την επιβολή συστημικών πιέσεων σε κάθε φορέα που εμπλέκεται στην εκπαιδευτική διαδικασία, με στόχο την αποδοχή της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής και τον περιορισμό οποιασδήποτε μορφής πολιτικής αντίθεσης και κριτικής.
Η μεταρρύθμιση του 1988 στην Αγγλία (Education Reform Act-ERA), αποτέλεσμα της πολιτικής συμμαχίας νεοσυντηρητικών και νεοφιλελεύθερων εκπαιδευτικών δυνάμεων , επέφερε τη μεγάλη τομή στην αγγλική εκπαίδευση. Ειδικότερα, η μεταρρύθμιση του 1988 καθιέρωσε την ανοικτή εγγραφή και την επιτόπια διαχείριση των σχολείων (local management of schools), αλλαγές που στόχευαν στη δημιουργία μιας σχολικής αγοράς, στο πλαίσιο της οποίας οι σχολικές μονάδες λειτουργούν πλέον κατά κάποιο τρόπο ως αυτόνομες επιχειρηματικές μονάδες, με ενισχυμένη διοικητική αυτοτέλεια. Πολιτική που τιμωρεί γενικά τα σχολεία που βρίσκονται σε περιοχές υψηλής ανεργίας ή τοποθετούνται σε περιοχές με οξυμμένα κοινωνικά προβλήματα. Σημαντικό ρόλο παίζουν οι τυποποιημένες εξεταστικές δοκιμασίες των μαθητών σε συγκεκριμένα σημεία της εκπαίδευσής τους, οι οποίες αποτελούν και τη βάση της αξιολόγησης των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών. Τα παιδιά της εργατικής τάξης στο σύστημα των σχολικών αγορών αποτελούν στην πραγματικότητα πρόβλημα για τα σχολεία, τόσο γιατί είναι πιο πιθανόν να αποτύχουν, με συνέπεια η σχολική μονάδα να βρεθεί σε καθεστώς αρνητικής αξιολόγησης από το κράτος, όσο και γιατί η εκπαίδευσή τους συχνά κοστίζει περισσότερο, καθώς συνοδεύεται από ένα σύνολο αντισταθμιστικών εκπαιδευτικών δράσεων και επιπρόσθετου εκπαιδευτικού προσωπικού, που απορροφούν ένα μεγάλο μέρος του σχολικού προϋπολογισμού σε συνθήκες περιορισμένων πόρων και ενδεχόμενα χαμηλών εγγραφών. Άρα δεν οδηγούμαστε σε μια γενίκευση των «αποτελεσματικών μορφών εκπαίδευσης» και των «πετυχημένων» σχολείων, διαμέσου του αόρατου χεριού της αγοράς, αλλά στην ταξική κατηγοριοποίηση των σχολικών μονάδων και των μαθητών που τις παρακολουθούν και παράλληλα στη μεταφορά πόρων και εκπαιδευτικού προσωπικού από τα σχολεία εργατικών περιοχών προς αντίστοιχα αστικών ή μεσοαστικών.  Έτσι, ένας μεγάλος αριθμός σχολείων υιοθετεί ως συνέπεια μια στρατηγική που ονομάζουν «στρατηγική αφρόκρεμας», όπου τα σχολεία επιζητούν να επιλέξουν τα πιο «ικανά» παιδιά, τα οποία κατά πλειοψηφία είναι λευκά και μεσοαστικής προέλευσης, γιατί θεωρούν ότι αυτά τα παιδιά έχουν τις περισσότερες πιθανότητες να πετύχουν.   Αντίστοιχα, τα παιδιά της εργατικής τάξης περιορίζονται σε σχολεία υποχρηματοδοτούμενα, με ελλιπή εκπαιδευτικό προσωπικό και με το στίγμα της «αποτυχίας», η οποία μετατοπίζεται στα ίδια τα παιδιά, στους γονείς τους και στο εκπαιδευτικό προσωπικό αυτών των σχολείων. 
Ας τους …απορρίψουμε!
Απώτερος στόχος της αξιολόγησης, όσο και αν αποκρύπτεται επιμελώς, είναι καταρχήν η εξεύρεση πόρων για την εκπαίδευση έξω από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτό οδηγεί στην προσαρμογή του επιπέδου της παρεχόμενης εκπαίδευσης, στις οικονομικές δυνατότητες της τοπικής κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα μειώνει ακόμη πιο πολύ την κρατική επιχορήγηση και καταργεί σταδιακά τον όποιο ενιαίο και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Δηλαδή, ανοίγει διάπλατα τις πόρτες για ένα πιο φτωχό και  διαφοροποιημένο περιεχόμενο σπουδών και αναλυτικό πρόγραμμα (ιδιωτικοποίηση- κατηγοριοποίηση σχολείων και εκπαιδευτικών). Η αγορά και οι χορηγοί βρίσκονται ήδη στα σχολεία. «Χορηγίες από γονείς, ιδιώτες, αλλά και μεγάλες εταιρίες και πολυεθνικές αναζητούν τα σχολεία προκειμένου να καλύψουν λειτουργικά έξοδα, να κάνουν ανακαινίσεις, να αγοράσουν πετρέλαιο και να καλύψουν είδη πρώτης ανάγκης» αναφέρεται σε σχετικό ρεπορτάζ του ημερήσιου τύπου. («ΕΘΝΟΣ» Σ. 13 – 10 – 2012)
Οι εκπαιδευτικοί έχουν κάθε δικαίωμα να αντισταθούν στον ασφυκτικό έλεγχο του νεο-επιθεωρητισμού, όπως διανθίζεται με τα μέτρα και τους δείκτες σύμφωνα με τα πρότυπα της «ελεύθερης αγοράς». Γιατί «ο δάσκαλος που θα υποχρεωθεί να καταπνίξει τη σκέψη του θα γίνει διπλά σκλάβος ή θα καταντήσει ένας ψυχικά ανάπηρος άνθρωπος, ανίκανος να μορφώσει άλλους» (Δ. Γληνός). Παραφράζοντας τον Δ. Γληνό θα χαρακτηρίζαμε την αξιολόγηση ως τον «άταφο νεκρό» της εκπαίδευσης. Αν η κυβέρνηση, η Ε.Ε. και το κεφάλαιο θέλουν να πιστεύουν στη νεκρανάσταση για να οικοδομήσουν το φθηνό, ευέλικτο, πειθαρχημένο σχολείο υποταγμένο στους νόμους της αγοράς πάνω στα ερείπια του δημόσιου σχολείου, εμείς έχουμε κάθε λόγο να την θάψουμε όσο πιο βαθιά γίνεται.
Τώρα, οφείλουμε  απέναντι στο «νέο» σχολείο των δεξιοτήτων, της κατακερματισμένης γνώσης, της αγοράς, της εγκατάλειψης και της υποταγής, να προβάλλουμε το όραμά μας  για ένα άλλο σχολείο. Πραγματικά δημόσιο και δωρεάν που να ανταποκρίνεται στην ανάγκη του ανθρώπου να ανακαλύπτει τους νόμους κίνησης της φύσης και της κοινωνίας, να τους χρησιμοποιεί για να καλυτερέψει την ανθρώπινη ζωή, που να δημιουργεί δημοκρατικά ελεύθερες προσωπικότητες, ανθρώπους που να μαθαίνουν να συνεργάζονται, να σέβονται τη διαφορετικότητα και να δουλεύουν συλλογικά για την προσωπική, αλλά και κοινωνική απελευθέρωση και ευτυχία.
* O Γιώργος Κ. Καββαδίας είναι φιλόλογος, μέλος της Σ.Ε. του περιοδικού «Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης», εκπρόσωπος των Αγωνιστικών Παρεμβάσεων – Συσπειρώσεων – Κινήσεων στο Δ.Σ. του ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ. της Ο.Λ.Μ.Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.