Ένα ιδιαίτερο σχήμα βίας αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια στις λεγόμενες ανεπτυγμένες χώρες, το οποίο άλλοτε ορίζεται ως τρομοκρατία, άλλοτε ως φασιστική και ρατσιστική βία, άλλοτε ως ψυχική διαταραχή: από τις επιθέσεις του Μπρέιβικ στη Νορβηγία έως τις βομβιστικές επιθέσεις στη Βοστώνη και τις δολοφονίες στρατιωτών σε Βρετανία και Γαλλία πρόσφατα, πρόκειται για εγκλήματα που, ανεξαρτήτως των διαφοροποιητικών τους παραμέτρων, διαπράττονται από μεμονωμένους δράστες, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι η πίστη σε μια ανώτερη ιδέα που «νομιμοποιεί» στη συνείδησή τους κάθε είδους βία.
Το χαρακτηριστικό τέτοιων εγκλημάτων -ανεξαρτήτως του πώς τα ορίζουν ο νόμος, η αστυνομία, τα ΜΜΕ κι εμείς οι άλλοι- είναι το κοινωνικό μίσος, η εχθρότητα απέναντι στον άλλο (τον αντίπαλο), η απολυτότητα στην προσέγγισή του, το πνεύμα της εκδίκησης. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που διέκριναν τα εγκλήματα φασιστικής και ναζιστικής βίας του 20ού αιώνα και βρίσκονταν στον αντίποδα των εγκλημάτων τής πάλαι ποτέ πολιτικής αριστερής τρομοκρατίας, που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον Πόλεμο. Η τελευταία επιχειρούσε στοχευμένα με εμφανείς συμβολισμούς (καθώς εντασσόταν σε μια προεπαναστατική διαδικασία κινητοποίησης και συνειδητοποίησης των λαϊκών τάξεων), στο όνομα «ανώτερων» ιδεών που ο καθένας μπορούσε να κατανοήσει τη φιλοσοφία τους (συμφωνώντας ή μη), να αναγνωρίσει την πολιτική ιδιότητα και λειτουργία του αντιπάλου.